Ανακοίνωση

Ιστορικά ντοκουμέντα με την κορύφωση της Θρακικής Γενοκτονίας

Από το πνευματικό πόνημα του ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα Γεωργίου Μάνου πληροφορηθήκαμε το δράμα της Θρακικής Γενοκτονίας την οποία δυστυχώς δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι Έλληνες και ειδικά τα νέα παιδιά.  

Ως τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1914, από τους 370.000 Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, οι 232.000 είχαν ήδη εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1914, οι Τούρκοι σε συνεργασία με τους συμμάχους τους Γερμανούς έκλεισαν τα Στενά του Ελλησπόντου. Η ναυσιπλοΐα σταμάτησε και μαζί και οι απελάσεις στην Ελλάδα. Και τότε άρχισαν οι εκτοπισμοί των Θρακιωτών απέναντι στη Μικρά Ασία. Ως τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκτοπίστηκαν 96.000 Θρακιώτες, οι οποίοι διασκορπίστηκαν, λίγοι λίγοι, στα τουρκοχώρια της Μικρασιατικής ενδοχώρας.

Το 1920, όταν επέστρεψαν από την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία όσοι επέζησαν, η Ανατολική Θράκη μετρούσε 240.000 Έλληνες. Έλειπαν 130.000. Αυτοί ήταν τα θύματα της Θρακικής Γενοκτονίας, τα οποία η Ελληνική Πολιτεία τα αγνόησε και τα αγνοεί. Οι νεκροί δεν έχουν φωνή για να ζητήσουν δικαίωση, και οι απόγονοί τους δεν φωνάξαμε όσο έπρεπε.

Παραθέτουμε ένα ιστορικό συγκλονιστικό απόσπασμα του καταξιωμένου ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα, ενώ περισσότερα μπορείτε να πληροφορηθείτε από την σελίδα του στο Facebook.

https://www.facebook.com/profile.php?id=100012986325547

Συνολικά 130.000 Θρακιώτες έχασαν τη ζωή τους

στις απελάσεις και τους εκτοπισμούς

«Δεν ξεύρω από πού ν’ αρχέψω, πάτερ. Ούλα τα χωριά μας από δω σα πάν’, το ένα κατόπ’ στ’ άλλο, σηκώθηκαν, ευκαίρωσαν. Το δικό σας και καμπόσα τροϋρινά για την ώρα γλίτωσαν, μα κι αυτά…».

«Κάτσε, μπρε Πολύβιε, σαν πολύ μαύρα με τα λες!… Σηκώθηκαν, λες, τα χωριά… ευκαίρωσαν. Πώς ευκαίρωσαν; Γιατί ευκαίρωσαν; Κι ο κόσμος; Πού πήγε ούλος αυτός ο ντουνιάς; Εδώ μιλούμε για χιλιάδες!» είπε αναστατωμένος ο παπάς.

«Ο κόσμος! Ο κόσμος, πάτερ, και τώρα που μιλούμε παρατάει το βιος του και κοσεύει (τρέχει) να φύγει στην Ελλάδα, να γλιτώσει. Ξεύρεις τι θα πει να κοιμάσαι το βράδυ και να μην ξεύρεις άμα θα ξημερωθείς; Θυμάσαι τις σφαγές πέρσι το καλοκαίρι στην Κεσσάνη και τα Μάλγαρα; Ε, δε γένηκαν κουτουρού. Σκεδιασμένες ήτανε. Κι ούλα, όσα γένουνται από τότες, γένουνται με σκέδιο. Φοβερίζουνε τον κοσμάκη, να σηκωθεί να φύγει.

«Μπορεί, μπρε Πολύβιε, να είναι μπόρα και να περάσει…».

«Τι μπόρα, πάτερ! Ξεύρεις τι γένεται μες στη Ραιδεστό, τώρα που μιλούμε; Σε μιαν εβδομάδα έχουμε Πασκαλιά, κι απάν’ από έξ’ χιλιάδες ξεσπιτωμένοι Ρωμιοί, απ’ τη Βιζώ, τη Μαγκριώτισσα, το Μουσελίμ και το Άβγουζα, στοιβιάζουνται εδώ κι εκεί, νηστικοί και ξυπόλυτοι. Ούλα τα σκολειά μας, τα χάνια και τα μεϊντάνια είναι γιομάτα, ακόμα κι οι εκκλησιές. Απ’ ό,τι λέει η μητρόπολη, και στην Ηράκλεια είναι άλλες πέντε χιλιάδες από Κρυονέρι, Κουρούδερε, Καραχαλήλ, Γιαντσικλάρ, Τοπτσίκιοϊ, Σαράι, Καβάκι, Γιοβαλί, Άγιο Γεώργιο, Τσακλί, Άγιο Ιωάννη, Τσόγκαρα… Ούλοι αυτοί καρτερούνε βαπόρι για την Ελλάδα».

«Καλά, κι οι Τούρκοι, οι γειτόνοι, που τόσα χρόνια έχουμε αναμεταξύ μας αλισφερίσι, που λέμε καλημέρες, τι κάμνουνε, για; Πώς το σηκώνει η καρδιά τους να γένουνται τέτοια πράματα;»

«Οι Τούρκοι! Ξέχνα τους Τούρκους που ήξευρες, πάτερ. Άλλαξαν τα πράματα. Τώρα ρουφιανεύουνε με το παραμικρό. Δεν έχουνε νε ντροπή νε τσίπα. Τέτοιο λογιού, πρώτη βολά! Τους ξεσήκωσαν οι Ενωτικοί (οι Νεότουρκοι) κι αγρίεψαν. Παραφυλάνε να φύβγουμε, για ν’ αρπάξουνε το βιος μας. Τον περασμένο Δεκέμβρη (1913) γένηκε εδώ συλλαλητήριο. Κουβάνησαν Τούρκους απ’ ούλα τα χωριά. Ήρτε κι ο αρχηγός του στρατού, ο Μεχμέτ Αλή πασάς. “Αυτός ο τόπος δε χωρεί άλλο μιλέτ εξόν απ’ τους Τούρκους. Κομμένα τα πάρε δώσε με τους άπιστους. Κι όσοι νοικιάζετε εργαστήρια σ’ αυτουνούς, να τους πετάξτε αύριο όξω. Η Τουρκία στους Τούρκους!” τους είπε και τους έδωκε το πρόσταγμα: “Γιαγκίν, κεσίν, γιάγμα (κάψτε, σφάξτε, αρπάξτε)!”. Καταπόδι, όπως ήτανε ούλοι μαζωμένοι, τους μάντρωσαν στα τζαμιά και τους ανάλαβαν οι χοτζάδες. “Είναι θέλημα του Αλλάχ να γλιτώσουμε απ’ τα άπιστα σκυλιά!” τους είπανε και τους αφιόνισαν. Ε, από κει κι ύστερις, καταλαβαίνεις…».

«Άμα γένηκαν τέτοια πράματα…».

«Τέτοια και χειρότερα, πάτερ. Κάθα ημέρα έχουμε κι ένα μαύρο μαντάτο. “Εσφαξαν εδώ”, “άρπαξαν εκεί”, “έκαψαν παρακείθε”. Τελευταία, έβαλαν στο μάτι τα αργαστήρια* μας. Θυμάσαι που πριν τον πόλεμο οι Τούρκοι σταμάτησαν να ψουνίζουνε από μας; Ε, τώρα, ακόμα χειρότερα. Ομπρός στην πόρτα μας στέκουνται Τούρκοι μποϊκοτατζήδες αρματωμένοι. Μουστερής (πελάτης) δεν κοτάει να μπει μέσα. Στην “Άνω Αγορά”, απ’ τα διακόσια πενήντα ρωμαίικα αργαστήρια, μονάχα καμιά εικοσαριά ανοίγουμε ακόμα, κι έρχεται μέρα που δεν κάμνουμε μήτε σεφτέ. Ο ρωμαίικος μαχαλάς, πάτερ, δέ-ειναι σαν παλιά. Πάνε τα καζάντια (κέρδη) που ήξευρες! Δε φτάνει που έχουμε αναδουλειά, κάθε τόσο μας γυρεύουνε και παράδες, γιοκ για το στόλο, γιοκ για το στρατό… Κι άμα δε δώκεις, καλά ξεμπερδέματα. Μας ξετίναξαν για τα καλά. Παλιοί τσορμπατζήδες δεν έχουνε να φάνε. Θυμάσαι τον Ευθυβούλη; Ε, τα ’χασε ούλα».

«Πώς τα ’χασε, δηλαδή;»

«Τ’ άρπαξαν, πάτερ, οι μουχατζίρηδες (μουσουλμάνοι πρόσφυγες). Μπήκανε μες στο αργαστήρι του και τόνε πέταξαν όξω. Κι όχι μονάχα αυτό. Τον είπανε να μην περάσει ούτε από μακριά. Αύριο μπορεί ν’ αρπάξουνε και το δικό μου. Τα βαπόρια μέρα νύχτα φέρνουνε στη σκάλα τέτοιους. Και ξεύρεις; Αυτοί δε χαμπαρίζουνε. Έρχουνται δασκαλεμένοι. Ό,τι βάλουνε στο μάτι το αρπάζουνε. Κι άμα κάμεις πως κρένεις, σε καθαρίζουνε εδεκεί, στον τόπο. Το μαχαίρι το κουβανούνε φανερά στο ζουνάρι τους. Στα χωριά, ακόμα χειρότερα. Σφάζουνε, καίνε, σκοτώνουνε… Γι’ αυτό ευκαίρωσαν τα χωριά μας, πάτερ. Φοβάται ο κόσμος, τρέμει για τα παιδιά του, για τη ζωή του».

«Καταπώς τα λες, Πολύβιε, είμαστε ντίμπιντουζ (εντελώς) στον αγέρα! Δεν ορίζουμε μήτε το κεφάλι μας!»

«Μήτε το κεφάλι μας, μήτε το βιος μας, μήτε τη φαμίλια μας, πάτερ! Ούλα τα ορίζουνε αυτοί. Πλαγιάζουμε και δεν ξεύρουμε άμα θα ξημερωθούμε. Ωχ, ο Θεγιός να βάλει το χέρι του!»

Ήταν ξημερώματα Μεγάλης Τετάρτης, 2 Απριλίου 1914, όταν ο παπάς ξύπνησε από μεγάλη οχλαγοή. Φωνές πολλές, δυνατές, οργισμένες, έρχονταν απέξω. Δεν ξεχώριζε τι έλεγαν. Έπιανε μόνο δυο σκόρπιες λέξεις: «γκιαούρ» και «Γιουνανιστάν». Σηκώθηκε και πήγε στο παραθύρι. Τα μπροστινά σπίτια τον εμπόδιζαν να δει, αλλά οι φωνές ακούγονταν πιο καθαρά κι έρχονταν απ’ τη μεριά της μητρόπολης. Την αλήθεια την έμαθε το πρωί απ’ το γιατρό τον Αριστόδημο.

«Μουχατζίρηδες ήτανε, πάτερ. Ήρθε βαπόρι απ’ τη Σαλονίκη. Κουβαλούνε αράδα. Ως τα σήμερα έφεραν απάνω από εκατό χιλιάδες. Κάθε φορά, αυτό γίνεται. Μόλις κατέβουνε απ’ το βαπόρι, τους πηγαίνουν έξω απ’ τη μητρόπολη και βρίζουνε το δεσπότη. Τον φωνάζουνε προδότη, άπιστο, και τον φοβερίζουνε πως άμα δεν φύγει στην Ελλάδα μόνος του, θα τον διώξουνε με το ζόρι. Ύστερα, τους μαντρώνουνε οι χοτζάδες στα τζαμιά. “Τώρα θα λογαριαστούμε μια και καλή με τους γκιαούρηδες! Τώρα θα χωρίσει η γήρα απ’ το στάρι!” τους λένε και τους ρίχνουνε το φαρμάκι. Τους τάζουνε τα σπίτια μας και τα χωράφια μας. Βοηθάει και το Κομιτάτο, το “Τουρκ Οτζαγί” (Τουρκική Εστία). Εκεί, μαζεύτηκε η σάρα κι η μάρα. Αφιονισμένοι μουχατζίρηδες, τσέτες, κακούργοι που τους απόλυκαν επιτούτο απ’ τις φυλακές, φυγόστρατοι κι άλλα τέτοια λουλούδια. Όλοι αυτοί, με τα μαχαίρια τροχισμένα, παίρνουνε σβάρνα τα ρωμαίικα χωριά, ίσαμε απάνω την Αντριανού και τις Σαράντα Εκκλησιές. Κι απ’ όπου περνούνε, αφήνουνε πίσω μονάχα χήρες, ορφανά και μαύρες κορδέλες. Μαζώνουνε νύχτα τους άντρες, καίνε σπίτια, σφάζουνε και τουφεκίζουνε ανθρώπους, αρπάζουνε κορίτσια, βλάφτουνε κόσμο, σπέρνουνε τον τρόμο… Ο σκοπός τους ένας: “Η Τουρκία στους Τούρκους”, και το διαλαλούνε. Συχνά, αναγκάζουνε τους Ρωμιούς να πάρουνε στα σπίτια τους μουχατζίρηδες. Σ’ ένα σπίτι, δυο φαμίλιες. Έλα τώρα εσύ, πάτερ, να μοιράζεσαι το σπίτι σου και το βιος σου μ’ αυτουνούς. Σε πιάνει ύπνος;»

Την άλλη μέρα, Μεγάλη Πέμπτη, ήρθαν στη Ραιδεστό χίλιοι ακόμα πρόσφυγες, απ’ το Σαράι και τα χωριά της Βιζύης. Τη μέρα που ο Χριστός ανέβαινε τον Γολγοθά, οι Ρωμιοί της Θράκης κουβαλούσαν το δικό τους σταυρό.

Ανήμερα του Πάσχα, 6 Απριλίου 1914, η Ραιδεστός ήταν γεμάτη ξεριζωμένους Ρωμιούς. Ημέρα πένθους. Λύπη παντού. Ένα Πάσχα μαύρο! Δευτερανάσταση, με απόφαση του Πατριαρχείου, δεν έγινε, ως αντίδραση στην κυβέρνηση για τον κατατρεγμό της ρωμιοσύνης. Πασχαλιάτικα, το απόγευμα, πλάκωσαν καινούργια κοπάδια ξεριζωμένων απ’ το Αχμέτβεη, τη Μεσσήνη, το Ουζούν Κιοπρού, το Μπαμπάεσκι, τα Μάλγαρα, το Λουλέμπουργκαζ… Απάνω από πέντε χιλιάδες.

Με τον τρόμο φωλιασμένο στα μάτια κι αποκαμωμένοι απ’ το περπάτημα μες στο κρύο και τη βροχή, γύρευαν τόπο να κουρνιάσουν. Πού όμως; Τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα χάνια κι οι αποθήκες άλλους δεν χωρούσαν. Αναγκαστικά, οι πιο πολλοί έμειναν έξω, στα σοκάκια. Να τους βλέπεις και να μαυρίζει η ψυχή σου! Νηστικοί, γυμνοί κι απόδετοι, οι εχτεσινοί νοικοκεραίοι παρακαλούσαν για μια βούκα ψωμί. Παιδιά ξεψυχούσαν στο δρόμο. Γερόντοι βλαστημούσαν που ήταν ζωντανοί. Μάνες κρατούσαν τα μωρά τους πεθαμένα στην αγκαλιά τους. Γυναίκες έκλαιγαν για τους άντρες τους που τους μάζεψε νύχτα ο στρατός, όταν περικύκλωσε το χωριό τους, κι από τότε δεν τους είδε κανείς.

Όλοι αυτοί, γύρω στις δεκαεπτά χιλιάδες ψυχές σε Ραιδεστό και Ηράκλεια, κυρίως γυναικόπαιδα, καρτερούσαν βαπόρι για την Ελλάδα. Μα ακόμα κι ο καϊμακάμης, που ήθελε να τους διώξει μιαν ώρα αρχύτερα, δεν μπορούσε να βρει μαζεμένα τόσα βαπόρια! Στις 9 Απριλίου, ήρθαν επιτέλους δυο μεγάλα κι έδεσαν στη σκάλα. Ε, τι έγινε τότε! Πανικός! Να ορμάνε όλοι, ποιος θα μπει πρώτος, να σιγουρέψει το φευγιό του. Να πέφτουν κάτω παιδιά, γερόντοι κι ανήμποροι, και το πλήθος να τους τσαλαπατάει. Κι οι ζαπτιέδες να ρίχνουν τουφεκιές στον αέρα για να τους σταματήσουν. Κι ύστερα, πριν κινήσουν, να τους ζητούν να πληρώσουν τα ναύλα και να υπογράψουν πως φεύγουν με τη θέλησή τους και δεν σκοπεύουν να ξαναγυρίσουν.

Γεώργιος Μάνος

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ ΟΜΩΣ ΕΜΕΙΝΕ ΠΙΣΩ

Ιστορικό μυθιστόρημα

Εκδόσεις Λόγος & Εικόνα

Απαντήστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα υποχρεωτικά πεδία είναι σημειωμέα *

*

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πηγαίνετε Στην Κορυφή
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com